Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Ζωοτροφές από ελληνικά χωράφια

Ζωοτροφές από ελληνικά χωράφια

Εκστρατεία της Greenpeace για την καλλιέργεια των κτηνοτροφικών ψυχανθών στη χώρα μας
«Το κουκί και το ρεβίθι» από το δημοφιλές παραμύθι έρχονται στην επικαιρότητα - αυτή τη φορά μέσω της εκστρατείας της Greenpeace για τα κτηνοτροφικά ψυχανθή (κουκί, ρεβίθι, μπιζέλι και λούπινο). Στόχος της καμπάνιας είναι η προώθηση της καλλιέργειας των εν λόγω οσπρίων στη χώρα μας και η αξιοποίησή τους ως πρώτη ύλη για ζωοτροφές. Η φιλόδοξη πρωτοβουλία, που θα επιφέρει σημαντικά περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, έχει ήδη βρει μεγάλη ανταπόκριση στην ελληνική κοινωνία. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και δη εν μέσω θέρους συγκεντρώθηκαν 10.000 υπογραφές πολιτών και η εκστρατεία συνεχίζεται με σκοπό τη συλλογή 20.000, αριθμός ικανός να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς την πολιτική ηγεσία, αλλά και τις εταιρείες παραγωγής ζωικών προϊόντων.
«Μέχρι σήμερα τα ζώα της ελληνικής επικράτειας τρέφονται και αναπτύσσονται κατ’ επέκταση με εισαγόμενη σόγια» εξηγεί στην «Κ» η κ. Σοφία Τσιγαρίδου, υπεύθυνη για Δίκτυο Δράσης Καταναλωτών της Greenpeace. Με λίγα λόγια, τα ελληνικά ζωικά προϊόντα, γάλα, γιαούρτι, κρέας και αυγά, αποδεικνύεται ότι μόνο... «ελληνικά και αγνά» δεν είναι, αφού στην παραγωγική διαδικασία μεσολαβεί η εισαγόμενη ζωοτροφή, που πρόκειται ως επί το πλείστον (90%) για μεταλλαγμένη σόγια. Μόνο το 2011 εισαγάγαμε 400.000 τόνους μεταλλαγμένης σόγια, κυρίως από τις ΗΠΑ. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι ετησίως στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. καταναλώνονται 22 εκατομμύρια τόνοι πρωτεϊνικών τροφών, εκ των οποίων μόνον τα 6 παράγονται εντός της Ε.Ε.
Η εντατικοποίηση αυτής της καλλιέργειας στην Ελλάδα θα περιορίσει την ανάγκη εισαγωγών, άρα και διαρροή συναλλάγματος. Επισημαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια η τιμή της σόγιας, που παράγεται κυρίως από πολυεθνικούς κολοσσούς αγροτεχνολογίας, αυξανόταν συνεχώς. Δηλαδή η τιμή των ψυχανθών σήμερα προσδιορίζεται περίπου στο μισό της σόγιας. Ομως, υπάρχουν και καλά νέα. Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή μπορούν άριστα να αντικαταστήσουν τη σόγια, καθώς η θρεπτική τους αξία είναι παρόμοια τόσο ως προς το ενεργειακό τους περιεχόμενο όσο και ως προς το προφίλ των αμινοξέων τους.






«Έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι το κλίμα της Μεσογείου ενδείκνυται για την καλλιέργεια ψυχανθών, καθώς είναι μια ξηρική καλλιέργεια, που δεν έχει απαιτήσεις σε νερό» συμπληρώνει η κ. Τσιγαρίδου. Επιπλέον, έχει ελάχιστες εδαφικές απαιτήσεις, καθώς ευδοκιμεί σε μεγάλη ποικιλία εδαφών: από ελαφρά αμμώδη έως και βαριά αργιλώδη, όπως επισημαίνεται σε σχετική έκθεση του ΑΠΘ για το κτηνοτροφικό ρεβίθι. Ετσι, δίνεται η δυνατότητα αγροτικής ανάπτυξης σε άγονες περιοχές. Παράλληλα, θεωρείται ιδανική επιλογή για αμειψισπορά (την εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι), καθώς τα ψυχανθή έχουν την ικανότητα δέσμευσης αζώτου από την ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα τα χωράφια που καλλιεργούνται να μη χρειάζονται λίπανση και να «εμπλουτίζουν» το χώμα. «Ακόμα και αν η καλλιέργεια των κτηνοτροφικών ψυχανθών δεν είναι βιολογική, είναι ωστόσο λόγω των παραπάνω χαρακτηριστικών βιώσιμη και προωθεί την αειφορία της ελληνικής υπαίθρου» υπογραμμίζει η κ. Τσιγαρίδου.
Η Greenpeace πέρα από τα περιβαλλοντικά οφέλη, δίνει μεγάλη βαρύτητα και στις κοινωνικές προεκτάσεις μιας τέτοιας στροφής στη γεωργία. «Θα αναζωογονηθούν εγκαταλελειμμένα χωράφια, ενώ θα δοθεί και αντικείμενο εργασίας σε πολλούς επίδοξους νέους αγρότες» σημειώνει η κ. Τσιγαρίδου.
Προσφορά και ζήτηση
Τη δεδομένη στιγμή, άλλωστε, χιλιάδες αγρότες αναζητούν εναλλακτικές καλλιέργειες για να αντικαταστήσουν παλαιότερες, όπως για παράδειγμα τα χειμερινά δημητριακά, τα οποία δεν αποδίδουν πλέον οικονομικά. «Απαξ και θα έχουμε συλλέξει τον επιθυμητό αριθμό υπογραφών, θα μπορούμε να πιέσουμε τις εταιρείες να αγοράζουν από την εγχώρια παραγωγή, οπότε θα εξασφαλιστεί και η προσφορά και η ζήτηση». Hδη μια εταιρεία έχει δεσμευθεί για την προμήθεια ζωοτροφών από την εγχώρια παραγωγή και εκτιμάται ότι συν τω χρόνω θα την μιμηθούν και άλλες.
Το κουκί δίνει καλύτερο εισόδημα από τα δημητριακά
«Ισα βάρκα, ίσα γιαλός» τα έβγαζε για είκοσι πέντε χρόνια τώρα ο αγρότης, κ. Σπύρος Γκίκας, στα Δερβενοχώρια. Με 1.500 στρέμματα δημητριακών διαπίστωνε συνεχή πτώση των εσόδων του. «Το 2009 ξεκίνησα να καλλιεργώ κτηνοτροφικό κουκί» διηγείται στην «Κ». «Η διαδικασία είναι πολύ εύκολη, καθώς το κουκί δεν θέλει ούτε πότισμα ούτε λίπασμα» εξηγεί ο ίδιος. Η απόδοση υπήρξε εντυπωσιακή. «Παρήγαγα 250 κιλά ανά στρέμμα και αυτό παρά το γεγονός ότι λόγω άγνοιας έκανα τη συγκομιδή δέκα μέρες αργότερα». Μέρος της παραγωγής το κράτησε για σπόρο και το υπόλοιπο το προώθησε για ζωοτροφή. «Η τιμή πώλησης είναι διπλάσια από τα δημητριακά και το κόστος καλλιέργειας μηδαμινό» επισημαίνει, «θεωρώ ότι οι μισοί παραγωγοί δημητριακών θα τα αντικαταστήσουν σταδιακά με κτηνοτροφικά ψυχανθή».
Την εκτίμηση ότι στο άμεσο μέλλον το 70% των χωραφιών στα Δερβενοχώρια θα έχουν σπαρεί με κουκί κάνει και ο 32χρονος ανιψιός του, Αλέξανδρος, που εντάχθηκε εξίσου στο πρόγραμμα. «Με τις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής τα κτηνοτροφικά ψυχανθή είναι μονόδρομος» συμπληρώνει. «Παρά το ότι τα φυτά πέρυσι λόγω του ψυχρού και παρατεταμένου χειμώνα δεν αναπτύχθηκαν αρκετά, η απόδοση ήταν ικανοποιητική και πούλησα 0,40 ευρώ το λεπτό» δηλώνει. Επισημαίνεται ότι το κτηνοτροφικό κουκί προορίζεται για ζωοτροφή των αιγοπροβάτων, το δε ρεβίθι για όρνιθες αυγοπαραγωγής, αλλά και κρεοπαραγωγής.
Το μέσο κέρδος
Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του ΕΘΙΑΓΕ, το κόστος παραγωγής βιολογικού κτηνοτροφικού ρεβιθιού φτάνει μόλις τα 71 ευρώ ανά στρέμμα. «Το 27% των συνολικών δαπανών αφορά το ενοίκιο του αγροτεμαχίου, ενώ μόνο το 13% την εργασία, καθώς η καλλιέργεια είναι πλήρως εκμηχανισμένη». Ως βασικές καλλιεργητικές μέθοδοι αναφέρονται το όργωμα, η κατεργασία του εδάφους, η σπορά, το κυλίνδρισμα και η συγκομιδή. Όπως και στην περίπτωση του κουκιού, το κόστος ύδρευσης είναι μηδενικό, καθώς και οι δύο είναι ξηρικές καλλιέργειες. Το δε μέσο κέρδος προσδιορίζεται στα 45,6 €/στρέμμα. Το μοναδικό αρνητικό, σύμφωνα με τους επιστήμονες του ΕΘΙΑΓΕ, είναι η ασκόχυτα, μια ασθένεια που προσβάλλει το κτηνοτροφικό ρεβίθι, κάτι που αναγκάζει τους παραγωγούς να αγοράζουν ειδικές, ανθεκτικές στην ασθένεια ποικιλίες.

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr. Ιωαννας Φωτιαδη, 2012-08-07