Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ποιά ανάπτυξη θέλουμε;



Ποιά ανάπτυξη θέλουμε;

του Αθανασίου Θεοδωράκη*
Το κύριο θέμα της εποχής είναι τον θέμα της ανάπτυξης και συνακόλουθα της επιλογής των τομέων που θα σηκώσουν το βάρος της οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας. Αυτές οι απαραίτητες  επιλογές αποτελούν την καρδιά του προβλήματος και συσχετίζονται με τα χρόνια προβλήματα, δηλαδή το έλλειμμα παραγωγής, την υστέρηση στην παραγωγικότητα, την μειωμένη ανταγωνιστικότητα, το  υψηλό εμπορικό έλλειμμα, τις δυσκολίες στις εξαγωγές, την έλλειψη επενδύσεων. Ο καθορισμός των τομέων προτεραιότητας στους οποίους θα στηριχθεί η Ελλάδα για τα επόμενα δέκα χρόνια δεν έχει γίνει. Οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις ζουν υπό το άγχος των μέτρων του Μνημονίου, οι παραγωγικές τάξεις προωθούν τα συντεχνιακά τους συμφέροντα, οι συνδιακαλιστικές οργανώσεις αγωνίζονται για τα πάλαι ποτέ κεκτημένα.

Κι όμως πρέπει να καθορίσουμε ως κράτος και ως κοινωνία, νέες προτεραιότητες, εφικτούς στόχους, ρεαλιστικό πρόγραμμα δράσης. Ο κόσμος που ζούμε είναι ασταθής, οι ισορροπίες που γνωρίζαμε έχουν αλλάξει, τα μέλλον θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από τις δικές μας ενέργειες. Να δούμε άμεσα πού μπορούμε καλύτερα, ποιά είναι τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, πώς θα δράσουμε έξυπνα για να βελτιώσουμε διεθνώς τη θέση μας.

Αν διαβάσει κανείς τις πρόσφατες μελέτες σχετικά με τις δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας και τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης, παρατηρεί δύο κυρίως πράγματα: μια συχνή αναφορά στον αγροτικό τομέα και ταυτόχρονα, μια έλλειψη εξειδίκευσης των προτάσεων. Αναγνωρίζονται, συχνά, οι μεγάλες δυνατότητες του τομέα, αλλά όταν πάμε στην εξειδίκευση των προτάσεων η αμηχανία είναι εμφανής.Κι όμως υπάρχουν μελέτες και προτάσεις. Κυριαρχεί όμως η εύκολη λύση της γενικόλογης υπεκφυγής, των αόριστων αναφορών στις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και γενικά στον «αυτόματο πιλότο» που θα λύσει ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα. Γνωρίζουμε όμως ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν.

Η επικρατούσα θεωρία στην Ευρώπη και στον αναπτυγμένο κόσμο γενικόπτερα ήταν ότι η ανάπτυξη, η αύξηση του πλούτου και η διασφάλιση της ευημερίας θα προέλθει από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης κι αυτό κυρίως μέσω της ενίσχυσης του τομέα των υπηρεσιών. Κι όμως με αυτή τη θεωρία οδηγηθήκαμε στην οικονομική κρίση και στο αδιέξοδο. Οι πολιτικοί ιθύνοντες και πολλοί οικονομολόγοι συνεχίζουν να αγνοούν την πραγματικότητα. Θεωρούν ότι διανύουμε απλά μια δύσκολη φάση ενώ γνωρίζουμε πλέον ότι η κρίση είναι συστημική, ανατρέπει τα πάντα. Και για την μεν αντίφαση ανάμεσα στη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης και τα όρια αντοχής του οικοσύστηματος τα πράγματα είναι πλέον σαφή, όλοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως πριν. Για τη σύνθεση όμως του ΑΕΠ και το ρόλο των τομέων, και προσπερνώ το γεγονός ότι και αυτό αμφισβητείται ως προς τον τρόπο  καταγραφής της αύξησης του πλούτου, τα πράγματα είναι πολύπλοκα και αξίζουν περισσότερης προσοχής.

Η πεποίθηση ότι οι υπηρεσίες, χάρη κυρίως στις νέες τεχνολογίες, θα κυριαρχήσουν και δεν θα έχουμε ανάγκη από τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση, αποδείχθηκε  τελείως λανθασμένη. Σε όλες τις χώρες του κόσμου ο τομέας των υπηρεσιών ενισχύθηκε αλλά σήμερα ο ρόλος του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης επανεκτιμάται. Η αντιμετώπιση της πείνας και της επισιτιστικής ασφάλειας απαιτεί επενδύσεις, προστασία της παραγωγικής γης,  κοκ. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) τόνισε πρόσφατα ότι «οι αγροτικές περιοχές δεν αποτελούν την τελευταία λύση. Πρέπει να ανακαλυφθούν εκ νέου ως πραγματικές οικονομίες, στις οποίες αξίζει τον κόπο να επενδύσουμε. Μπορούν να αποτελέσουν τον κινητήρα μιας ανάπτυξης επωφελούς για τις τοπικές κοινωνίες και τη γενικότερη οικονομία» (βλ. εφημερίδα Agrenda, 26 Οκτωβρίου 2012).
Εκτός  όμως της παραγωγής υπάρχει και το θέμα της απασχόλησης. Σύμφωνα με την μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ που βασίζεται σε επίσημες πηγές «σε εγχώριο επίπεδο, μεταξύ όλων των κλάδων  οικονομικής δραστηριότητας που παρακολουθεί η στατιστική αρχή ο αγροτικός τομέας καλύπτει το 2010 , αμέσως μετά το εμπόριο (18,1%), τον μεγαλύτερο αριθμό απασχολουμένων (549,80 χιλ. και ποσοστό 12,4%) » (βλ. ΠΑΣΕΓΕΣ, «Η κατάσταση του αγροτικού τομέα», Σεπτ 2011) .

Όπως είναι ευρέως γνωστό η επίσημη οικονομική πολιτική μετά το 1960 ωθούσε στην εγκατάλειψη της αγροτικής απασχόλησης στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της οικονομίας και της εκβιομηχάνησης της υπαίθρου (Δημιουργία μεγάλου κλήρου, εφαρμογή επιχειρηματικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, εκμηχάνιση της παραγωγής, εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, κλπ). Εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τα χωριά για τις πόλεις και τις αγορές εργασίας του εξωτερικού. Ακόμα και σήμερα ο ρυθμός εγκατάλειψης της αγροτικής παραγωγής στις χώρες της ΕΕ είναι εντυπωσιακός: « Είναι χαρακτηριστικό ότι στο διάστημα της δεκαετίας 2000-2009 η απασχόληση στον αγροτικό τομέα της ΕΕ-27 παρουσίασε έντονα αρνητική πορεία, με ποσοστό μείωσης των απασχολούμενων, κατά μέσο όρο, της τάξεως του -24,9%.Στο ίδιο διάστημα ωστόσο, το ποσοστό μείωσης της απασχόλησης που αντιστοιχεί στην Ελλάδα είναι το μικρότερο μεταξύ όλων των χωρών μελών της ΕΕ-27 (-2,6%), ακολουθούμενο από την Ιρλανδία (-4%). Επισημαίνεται ότι η μεγαλύτερη μείωση απασχόλησης καταγράφεται στα νέα κράτη μέλη, όπως η Εσθονία (-55%), η Βουλγαρία (-48%) και η Σλοβακία (-43%)14» (ΠΑΣΕΓΕΣ).

Με την πορεία αυτή, τις αλλαγές σε επίπεδο ΠΟΕ, τις σημαντικές αλλαγές της ΚΑΠ, κλπ δεν είναι βέβαια περίεργο το  ότι η ΕΕ βρέθηκε να είναι πλέον εξαρτώμενη από τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και ζωοοτροφών τρίτων χωρών. Η επισιτιστική ασφάλεια των ευρωπαϊκών κρατών είναι υπό συζήτηση και επειδή το μοντέλο της απαξίωσης της αγροτικής παραγωγής υιοθετήθηκε από πολλές χώρες και αναδυόμενες αγορές το θέμα είναι πλέον διεθνές. Πολλές πρώην αγροτικές δυνάμεις είναι σήμερα εξαρτώμενες από εισαγωγές τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Η επισιτιστική κρίση αποτελεί μόνιμο πρόβλημα του ΟΗΕ και των αναπτυσσομένων χωρών, η αγορά μεγάλων εκτάσεων γης από πολυθεθνικές εταιρείες και ενδιαφερόμενα κράτη δημιουργεί νέα προβλήματα, ενώ σε πολλές αναπτυγμένες χώρες της Δύσης το πρόβλημα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις και έχει ολέθριες συνέπειες για την κοινωνική ειρήνη. Οι συζητήσεις σχετικά με τη νέα ΚΑΠ είναι ενδεικτικές των προβληματισμών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Τί μέλλει γενέσθαι; Πώς θα αντιδράσουμε οργανωμένα, ποιά πολιτική θα προτάξουμε για την συνεκτική αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που τίθενται σήμερα;

Δεδομένης της κατάστασης της οικονομίας μας και των ζοφερών προβλέψεων για περαιτέρω ύφεση (ενδεχομένως μέχρι και 7% για το 2012....) τίθεται ένα ζήτημα επιλογών. Σε ποιούς τομείς και ποιους κλάδους μπορεί να στηριχθεί η ελληνική οικονομία; Ο τομέας των υπηρεσιών σαφώς πρέπει να κάνει τις επιλογές του (νέες τεχνολογίες, εξωστρέφεια, τομείς με συγκριτικά πλεονεκτήματα ειδικότερα στον χώρο του τουρισμού, υγεία, εκπαίδευση) αλλά υπάρχουν ήδη σοβαρά προβλήματα κόπωσης και έλλειψης επενδύσεων.  Η βιομηχανία και η οικοδομή αντίστοιχα υποφέρουν, το εμπόριο πάσχει σημαντικά, ο Δημόσιος τομέας είναι υπό συνεχή πίεση και η ανεργία μέσα σε αυτές τις συνθήκες αυξάνεται δραματικά. Γι αυτό και επιβάλλεται επανεκτίμηση των δυνατοτήτων και ιεράρχηση των τομέων που παρουσιάζουν ρεαλιστικές δυνατότητες ενδογενούς παραγωγής και επενδύσεων, ικανότητες παραγωγής και απορρόφησης ανέργων με τη δημιουργία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τελικά, δημιουργίας θέσεων εργασίας σε τοπικό επίπεδο.

Ο μόνος τομέας που παρουσιάζει σήμερα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο αγροτικός τομέας, για τον λόγο ότι ο τομέας αυτός ταυτίζεται με την πραγματική μας οικονομία. ‘Οπως τονίζει η κυρία Χριστίνα Σακελλαρίδη, Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων σχετικά με την αύξηση των εξαγωγών «η αναπτυξιακή ισορροπία θα πρέπει να βασίζεται στην επέκταση της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, αλλά και στην εδράιωση της χώρας ως διαμετακομιστικού κέντρου μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας» (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 26 Σεπτ. 2012). Η επέκταση της παραγωγικής βάσης κατά τη γνώμη μου θα προέλθει από την αύξηση της παραγωγής πρωτίστως  του αγροτικού τομέα.

Ο αγροτικός τομέας από τη φύση του και την εκτεταμένη παρουσία του στην ενδοχώρα παρουσιάζει  υψηλό δείκτη συνέργειας με άλλους κλάδους και τομείς της πραγματικής οικονομίας: μεταποίηση, εξαγωγές, τουρισμός, εστίαση, τοπικό εμπόριο, κοκ. Όλοι αυτοί οι τομείς συνδέονται με τον αγροτικό χώρο, επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του, εξαρτώνται από τις πρώτες ύλες του (δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, μέλι, κρέας, γάλα, ξυλεία, αλιεύματα, κοκ) και αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη συναφών υπηρεσιών ( μεταφορές, ενέργεια, περιβάλλον, τοπικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, δράσεις υπέρ της κοινωνικής συνοχής, κοκ). Οι τομείς αυτοί συνολικά συνθέτουν έναν ευρύτερο κύκλο που αποκαλώ «σύστημα αγρο-συνεργειών». Το σύνολο των θέσεων εργασίας αυτού του οικονομικού πλέγματος αφορά όλες τις οικογένειες, αφορά βεβαίως και την αυτο-κατανάλωση και καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια.

Θεωρώ ότι σε αυτή τη δύσκολη φάση, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης θα προέλθει κυρίως μέσα από την αύξηση της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών ποιότητας που βασίζονται στην πρώτη ύλη του αγροτικού τομέα. Εκεί βρίσκονται τα άμεσα αξιοποιήσιμα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα (ποιοτικά προϊόντα, βιοποικιλότητα, εξαιρετικό κλίμα, υψηλής αξίας διατροφικός πολιτισμός). Γι αυτό είναι απαραίτητο να εμπεδωθεί μια διαφορετική αντίληψη σε ό,τι αφορά την αγροτική ανάπτυξη: μια ανάπτυξη βιώσιμη, με στροφή στην ποιοτική παραγωγή, με προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον όπως προδιαγράφει ήδη η νέα ΚΑΠ, με πραγματική αναζωογόνηση της υπαίθρου, με ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής και αλληλεγγύης, με παραγωγούς εμφορούμενους από επιχειρηματική λογική και πνεύμα συνεργασίας, από μια νέα αντιγραφειοκρατική πολιτική και βεβαίως μια νέα σχέση ανάμεσα στον παραγωγό και στον καταναλωτή.

Η γενικευμένη οικονομική κρίση και οι πολιτικές λιτότητας προκαλούν στη χώρα μας δραματική αύξηση της ανεργίας και κυρίως ανεργία των νέων. Η μετεγκατάσταση όσων ανέργων το επιθυμούν στο χωριό, στην επαρχία και η ένταξή τους στην αγροτική παραγωγή και στο ευρύτερο σύστημα των «αγρο-συνεργειών» με οργανωμένο τρόπο, με τεχνική και επιστημονική υποστήριξη, με διοικητική υποβοήθηση και παραγωγικά κίνητρα θα δώσει διέξοδο σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες και παράλληλα θα αυξήσει την εθνική μας παραγωγή, μειώνοντας τις εισαγωγές και αυξάνοντας τις εξαγωγές.

Η προώθηση του οικονομικού μοντέλου των «αγρο-συνεργειών» συνεπάγεται ριζική ανατροπή του σημερινού υπερ-συγκεντρωτικού κράτους: θα επιφέρει ουσιαστική αποκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, αναδιοργάνωση των υπηρεσιών με επίκεντρο την περιφέρεια, μεγάλης κλίμακας υποστηριζόμενη μετεγκατάσταση ανέργων και νέων από την πρωτεύουσα και τις άλλες μεγάλες πόλεις στην ύπαιθρο, και διασφάλιση της επιβίωσης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού σε εποχή βαθιάς κρίσης. Η απάντηση στην κρίση είναι συνεπώς η αγροτική παραγωγή, αλλά με σχέδιο, ρεαλισμό, τεχνική υποστήριξη και γνώση των δυσκολιών.

Το μεγάλο άλμα και στοίχημα της ελληνικής οικονομίας σημαίνει κυρίως στροφή στην παραγωγή, συνειδητή επιλογή κατανάλωσης ντόπιων προϊόντων, συστηματική προβολή του made in Greece. Γι αυτό πρέπει επειγόντως να συζητήσουμε για κίνητρα, μηχανισμούς στήριξης των νέων, μικρο-δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, με δυό λόγια για ένα αποτελεσματικό σύστημα υποστήριξης των παραγωγών έξω από την απογοητευτική σημερινή γραφειοκρατία. Με δυο λόγια πρέπει να δούμε το όλο θέμα υπό το πρίσμα της νέας, «μικρής» αγροτικής επιχειρηματικότητας, όπου ακόμα υστερούμε: ο πρωτογενής τομέας παρά την κρίση και μέχρι το 2010 βρίσκονταν πολύ χαμηλά στις προτιμήσεις των νέων επιχειρηματιών (2% περίπου στην Ελλάδα σε σχέση με 12% στο Βέλγιο, βλ. την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ «Η μικρή επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, 2010-2011, των Σταύρου Ιωαννίδη και Στελίνας Χατζηχρήστου).

Κι όμως ο τομέας αυτός δημιουργεί σχετικά εύκολα θέσεις εργασίας και αυτο-απασχόλησης. Για τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Για τις μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου, όπου απαιτούνται σημαντικά κεφάλαια, τα πράγματα είναι δύσκολα. Με βάση την δραματική εμπειρία του παρελθόντος (μεγάλα δάνεια, υψηλά επιτόκια, κόστος μελετών, κόστος των κτιριακών εγκαταστάσεων κοκ) χρειάζεται μεγάλη προσοχή και σωστή εκτίμηση των δεδομένων, ειδικά στην εποχή της κρίσης. Επομένως είτε μιλούμε για παραδοσιακές είτε για νέες καλλιέργειες, η στροφή στον αγροτικό τομέα προϋποθέτει ρεαλισμό, προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα και όχι απομίμηση ξένων προτύπων, προϋποθέτει απίσης προσωπική εργασία, διάθεση συνεργασίας με ομοειδείς επιχειρήσεις για συνέργειες και οργάνωση της εμπορικής διάθεσης του προϊόντος. Σημαίνει κοινωνική αναβάθμιση του αγρότη, του παραγωγού γενικότερα, σημαίνει τελικά μια νέα αναπτυξιακή πολιτική εκ μέρους του κράτους και των τραπεζών και μια άλλη στάση ζωής αφού οι σχέσεις παραγωγού και καταναλωτή μπαίνουν σε νέα φάση.

Επιστροφή στο χωριό λοιπόν, για επιβίωση και παραγωγή, αλλά με σχέδιο και γνώση κι όχι ως κούφιο σύνθημα ή παγίδα για αφελείς. Ένα χωριό σύγχρονο, αφού η πρόσβαση είναι πλέον εύκολη, οι υποδομές λειτουργικές και η ποιότητα ζωής ανθρώπινη, καλύτερη σε σχέση με αυτά που ζουν οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων. Ένα χωριό που παράγει, που αποτελεί μια οργανωμένη, δραστήρια και αλληλέγγυα τοπική κοινότητα ανθρώπων, που κάνει χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών, που ζει μέσα από την ειλικρινή συνεργασία των παραγωγών, των βιοτεχνιών, του εμπορίου και των καταναλωτών. Για την προώθηση του νέου συστήματος των αγρο-συνεργειών απαιτείται ριζικός επανασχεδιασμός των δημοσίων πολιτικών, επανεξέταση των κοινοτικών και εθνικών επιδοτήσεων, αξιοποίηση των τάσεων της νέας ΚΑΠ, ριζική αναθεώρηση της τεχνικής εκπαίδευσης, σύνδεση της παραγωγής με την εγχώρια και τη διεθνή αγορά, εθνική πολιτική γης. Το νέο οικονομικό μοντέλο πρέπει να είναι δυναμικό, παραγωγικό, ποιοτικό και εξωστρεφές. Κι αυτό σημαίνει πρώτα εργασία, συνεργασία, συνέργειες, ώστε να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη, αμοιβαίο όφελος και ανάδειξη του εθνικού δυναμικού μέσα από μια πραγματικά βιώσιμη ενδογενή ανάπτυξη.


*Πολιτικός επιστήμονας,
συγγραφέας του βιβλίου «Πίσω στο χωριό…Η απάντηση στην κρίση είναι η αγροτική παραγωγή», εκδόσεις Λιβάνη.

ΠΗΓΗ : ΠΑΣΕΓΕΣ