Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Ειδική μέριμνα για την αγροτική ανάπτυξη σε νησιωτικές κι ορεινές περιοχές


Οι ιδιαίτερες προκλήσεις των νησιωτικών, των ορεινών καθώς και των διασυνοριακών περιοχών, θα αντιμετωπιστούν με διαφοροποιήσεις της κεντρικής στρατηγικής για την αγροτική ανάπτυξη και την αλιεία, μέσω του νέου ΕΣΠΑ 2014 – 2020, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά ώστε να διαμορφώνουν μια σταθερή και οικονομικά βιώσιμη παραγωγική βάση στις περιοχές αυτές.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την σχετική ανάλυση, οι προκλήσεις που θα κλιθεί να αντιμετωπίσει το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα της χώρας για τις εν λόγω περιοχές αφορούν στα εξής:

Νησιωτικές περιοχές

Τα ελληνικά νησιά και στα δύο αρχιπελάγη, (εκτός της Κρήτης), γενικά χαρακτηρίζονται από μικρό μέγεθος, και περιορισμένους πόρους, σημαντική απόσταση από την ηπειρωτική ενδοχώρα και ενίοτε απομόνωση, μεγάλη ποικιλομορφία μεταξύ τους, πλούσιο αλλά ευάλωτο φυσικό περιβάλλον.

Η νησιωτικότητα επιδρά αρνητικά σε όρους γενικής ελκυστικότητας όπως το κόστος παραγωγής και διαβίωσης και αποτρέπει από την εμφάνιση οικονομιών συγκέντρωσης και κλίμακας. Η ειδικότερη ελκυστικότητα τους μονίμως εξαρτάται από την προσπελασιμότητα και τη συνακόλουθη αδυναμία να παρασχεθούν δημόσιες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους.

Οι οικονομίες των Ελληνικών νησιών (με σχετική εξαίρεση της Κρήτης λόγω μεγέθους εδαφοκλιματικής ποικιλομορφίας και ποικιλίας πόρων) είναι ευάλωτες τόσο σε γενικούς παράγοντες όπως η κλιματική αλλαγή, όσο και σε ειδικούς, όπως η δημογραφική αποδυνάμωση, η υψηλή ευαισθησία του φυσικού περιβάλλοντος, η μονο-δραστηριότητα στον τουρισμό (που βασίζεται ακριβώς στην αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος), η υψηλή εξάρτηση από τις δημόσιες επενδύσεις.

Σε όρους διαθέσιμου εισοδήματος δεν εμφανίζεται ανισότητα εις βάρος των νησιωτικών περιοχών, ακριβώς λόγω της στροφής στη μονο-δραστηριότητα, η οποία μάλιστα επιβιώνει καλύτερα στη συγκυρία της κρίσης από ότι άλλοι χωρικοί τύποι.

Παρά ταύτα, οι μακροπρόθεσμοι αρνητικοί παράγοντες είναι πάντοτε παρόντες στο βαθμό που τα θετικά αποτελέσματα από τη μονο-δραστηριότητα, είτε δεν τροφοδοτούν αναδιαρθρωτικές επενδύσεις, είτε δε συνεργούν με άλλους τομείς πχ. αγρο-διατροφικό τομέα και δεν αξιοποιούνται για τη διαφοροποίηση της τοπικής οικονομίας.

Οι νησιωτικές οικονομίες έχουν συνεχώς ανάγκη αυξημένων δημοσίων επενδύσεων αλλά και δημόσιας ενίσχυσης τόσο των επενδύσεων όσο και της απασχόλησης.

Επιπλέον, οι νησιωτικές περιοχές έχουν ανάγκη για εξειδικευμένες παρεμβάσεις των περισσότερων δημόσιων, εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών: μεταφορών, ενέργειας, προστασίας περιβάλλοντος, αγροτικής ανάπτυξης, κρατικών ενισχύσεων, παιδείας/ έρευνας/ καινοτομίας.

Στα παράλια των νησιών έχει αναπτυχθεί τουριστική δραστηριότητα με αποτέλεσμα να υπάρχει μια μετακίνηση πληθυσμού από την ενδοχώρα και ένα σχετικά ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων. Στο εσωτερικό όμως των νησιών, που δεν έχει αναπτυχθεί ο τουρισμός η κατάσταση του αγροτικού χώρου είναι εξαιρετικά προβληματική.

Στις περιοχές αυτές παράγεται μεγάλη ποικιλία τοπικών προϊόντων, συνήθως σε περιορισμένο όγκο παραγωγής αλλά συνήθως υψηλότερης ποιότητας, ενώ σε αρκετά νησιά είναι ανεπτυγμένη και η κτηνοτροφία νομαδικού κυρίως χαρακτήρα.

Δεδομένων των ανωτέρω η πολιτική για την αγροτική ανάπτυξη και την αλιεία στις νησιωτικές περιοχές θα πρέπει να έχει διττό ρόλο: αφενός να διατηρήσει ζωντανό τον αγροτικό τομέα στην ενδοχώρα, αφετέρου να συνδέσει το ποιοτικό, τοπικό προϊόν με τον τουρισμό, που ανθίζει στα περισσότερα ελληνικά νησιά, κυρίως στα παράλια.

Η γενικότερη αναπτυξιακή πολιτική του νησιωτικού χώρου εντάσσεται μεν στην κεντρική στρατηγική με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά  ώστε να διαμορφώνουν μια σταθερή και οικονομικά βιώσιμη παραγωγική βάση στις περιοχές αυτές.

Η ανάπτυξη δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της γαλάζιας ανάπτυξης μπορεί να συμβάλει στην μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού και στην αειφορική ανάπτυξη των νησιών ιδιαίτερα των μικρών.

Ορεινές περιοχές

Στις ορεινές περιοχές παρατηρείται ένας δυϊσμός τάσεων όσον αφορά την ανάπτυξή τους. Η μια συνίσταται στην εγκατάλειψη μεγάλων περιοχών ακόμα και ως περιοχών βιώσιμης κατοίκησης και οικονομικής δραστηριότητας.

Η δεύτερη τάση συνδέεται με την ήπια τουριστική ανάπτυξη, την αναδυόμενη βιολογική γεωργία, την αντοχή ορισμένων παραδοσιακών προτύπων, κ.λπ. Ωστόσο διαπιστώνονται κοινά προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης, προσβασιμότητας, δημογραφικής αποδυνάμωσης και κατακερματισμού των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Η ενδυνάμωση της δραστηριότητας στον αγρο-διατροφικό τομέα (και των συμπληρωματικών μεταποιητικών δραστηριοτήτων σχετικής κλίμακας), η προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού (χειμερινός, φυσιολατρικός, θρησκευτικός) και η εν γένει διαφοροποίηση της τοπικής οικονομικής βάσης μπορούν να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη των περιοχών αυτών, στη διατήρηση της οικολογικής αξίας (όσον αφορά στα συστήματα παραγωγής, στη βιοποικιλότητα, στην παραγωγή τοπικών ποιοτικών προϊόντων), καθώς και στη συγκράτηση του τοπικού πληθυσμού. Επίσης, επιτακτικής ανάγκης είναι οι χωρικές παρεμβάσεις ολοκληρωμένου χαρακτήρα που μπορούν να συντελέσουν στην μείωση των ανισοτήτων και να ενδυναμώσουν αποτελεσματικά την τοπική κοινωνική συνοχή, τη συνεργασία και τους κοινωνικούς δεσμούς τόσο εντός της κοινότητας, όσο και σε σχέση με τις γειτονικές περιοχές.

Οι ορεινές περιοχές συγκεντρώνουν πληθυσμό με συνήθως αρνητικούς (ως προς τον εθνικό μ.ο.) δείκτες εισοδήματος, εξέλιξης εισοδήματος, έκθεσης σε κίνδυνο φτώχειας, γήρανσης και αντικατάστασης.

Οι κύριοι παράγοντες που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι η επιρροή του γεωγραφικού ανάγλυφου και των δημογραφικών τάσεων που θέτουν φραγμούς στη διάχυση ανάπτυξης από τους πόλους, και η επιμονή της οικονομικής κρίσης.

Οι στρατηγικοί στόχοι που ιδιαιτέρως τις αφορούν είναι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού πλεονεκτήματος, η ενίσχυση της τάσης επιστροφής στον αγροτικό τομέα και η αναδιάρθρωση του, η επικέντρωση του τουρισμού σε εμπλουτισμό και διεύρυνση του τουριστικού προϊόντος.

Η γενικότερη αναπτυξιακή στρατηγική όσον αφορά στην αγροτική ανάπτυξη είναι κοινή για όλη την χώρα αφού τα προβλήματα του ορεινού χώρου είναι κοινά σε όλες τις περιφέρειες και αποσκοπεί στην ανασυγκρότηση των δραστηριοτήτων παραγωγής και κατοίκησης, οι οποίες παρουσιάζουν σημαντική εποχικότητα και υποχώρηση, κατά βιώσιμο οικονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπο.

Η αγροτική ανάπτυξη θα πρέπει να συνεχίσει να στοχεύει σε ένα πολυλειτουργικό μοντέλο με έμφαση στην παραγωγή ιδιότυπων προϊόντων (προϊόντα τοπικά, ειδικού τύπου και τεχνολογίας, υψηλής ποιότητας, κ.λπ.) στις ορεινές και λιγότερο ευνοημένες περιοχές ως μια δυνατότητα διαφοροποίησης με βάση τη «συμβολική αξία τους» και απόκτησης προστιθέμενης αξίας για τους κατοίκους των περιοχών αυτών.

Διασυνοριακές περιοχές

Για την περίπτωση της Ελλάδας το σύνολο των νησιωτικών περιφερειών αποτελούν διασυνοριακές περιοχές, ενώ τέσσερις περιφέρειες ( Ήπειρος, Δυτική Μακεδονία, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία-Θράκη) έχουν χερσαία σύνορα με τρεις χώρες, εκ των οποίων οι δύο (Αλβανία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) δεν αποτελούν κράτη μέλη της ΕΕ.

Σε ότι αφορά τις νησιωτικές διασυνοριακές περιφέρειες τα προβλήματα της διασυνοριακότητας εντοπίζονται κυρίως στην παράνομη μετανάστευση, ενώ τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν (μη διασύνδεση με τα ενεργειακά δίκτυα, έλλειψη υδάτινων πόρων, αυξημένους κινδύνους από την επίπτωση της κλιματικής αλλαγής, εξάρτηση από τον τουρισμό και τον πρωτογενή τομέα, μη διασύνδεση με τα Διευρωπαϊκά μεταφορικά Δίκτυα, εντεινόμενα προβλήματα  συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης και αυξημένο κόστος παροχής ΥΓΟΣ) απαιτούν την υιοθέτηση πολιτικών που θα διασφαλίζουν την μεγιστοποίηση της χρήσης των ΤΠΕ και δράσεις για την προστασία των φυσικών πόρων και των ευαίσθητων οικοσυστημάτων τους.

Σε ότι αφορά τις ηπειρωτικές διασυνοριακές περιοχές παρατηρείται πολύ μεγάλη διαφορά στο επίπεδο ανάπτυξης μεταξύ των διασυνοριακών περιοχών με την διαφορά του κατά κεφαλήν ΑΕΠ να διαμορφώνεται στο 50%.

Η μη ολοκλήρωση των βασικών Διευρωπαϊκών Δικτύων από την πλευρά της Βουλγαρίας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας επιτείνει τα προβλήματα επικοινωνίας, ενώ ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της συνεργασίας συνιστά και η γεωμορφολογία της περιοχής που στο σύνολο της σχεδόν είναι ορεινή.


ΠΗΓΗ : ΠΑΣΕΓΕΣ